Ηπαρ

ΉΠΑΡ

Οι ηπατικές παθήσεις είναι

  • Oξεία και χρονία ηπατίτιδα
  • Oξεία και χρονία χολόσταση
  • Λίπωση (μικρο- και μεγαλο-φυσαλιδώδης)
  • Ίνωση-κίρρωση
  • Aπόφραξη ηπατικών φλεβών ή πυλαίας
  • Καλοήθη και κακοήθη νεοπλάσματα

Ο ιατρος εξειδικευεται στη διερευνηση ηπατοπαθειων και ιογενων ηπατιτιδων καθως και στην παρακολουθηση χρονιως ηπατοπαθων. Τέλος στο ιατρειο διενεργειται αδρος υπερηχογραφικος ελεγχος.

Eργαστηριακός έλεγχος

Ο συνήθης εργαστηριακός έλεγχος του ήπατος και των χοληφόρων περιλαμβάνει τον προσδιορισμό της χολερυθρίνης, των αμινοτρανσφερασών, της αλκαλικής φωσφατάσης και της γ-γλουταμινικής τρανσπεπτιδάσης (γ-GT). Ο έλεγχος αυτός δεν εκφράζει την ηπατοκυτταρική λειτουργία αλλά την βλάβη των ηπατοκυττάρων ή/και του επιθηλίου των χοληφόρων. O εκτενέστερος εργαστηριακός έλεγχος του ήπατος περιλαμβάνει την εξέταση της συνθετικής ικανότητας (μέτρηση της λευκωματίνης του ορού και του χρόνου προθρομβίνης) και την αναζήτηση αντιγόνων ή/και αντισωμάτων των ιογενών ηπατιτίδων, αυτοαντισωμάτων, διαταραχών των ανοσοσφαιρινών κλπ. Kάθε διαταραχή των εξετάσεων του ήπατος πρέπει να διερευνάται, γιατί μπορεί να υποδηλώνει σοβαρή ηπατική νόσο.

Tο σύνδρομο Gilbert (οικογενής έμμεση υπερχολερυθριναιμία) αποτελεί τη συχνότερη αιτία έμμεσης υπερχολερυθριναιμίας (περίπου 6% του γενικού πληθυσμού). Οι αμινοτρανσφεράσες του ορού αποτελούν δείκτες ηπατοκυτταρικής νέκρωσης (κυτταρόλυσης). H συχνότερη αιτία αύξησης των αμινοτρανσφερασών είναι η μη αλκοολική λιπώδης νόσος του ήπατος. Η κατ΄εξοχήν κλινική αξία της γ-GT συνίσταται στον καθορισμό της ηπατικής προέλευσης της αυξημένης αλκαλικής φωσφατάσης (Χολοστατικά σύνδρομα).

Ηπατίτιδα λέγεται η νέκρωση και φλεγμονή του ηπατικού παρεγχύματος. Διακρίνεται σε οξεία (διάρκεια < 6 μήνες) και χρονία (> 6 μήνες).

Τα αίτια της οξείας ηπατίτιδας είναι:

  • Oξεία ιογενής ηπατίτιδα (HAV, HBV, HCV, HDV, HEV)
  • Hπατίτιδα από ηπατιτιδομιμητικούς ιούς (CMV, ιός Epstein-Barr, ιός της ιλαράς και ερυθράς, parvo, herpes 6 κλπ)
  • Φάρμακα, τοξικές ουσίες, βότανα
  • Iσχαιμική ηπατίτιδα
  • Αυτοάνοσες
  • Παροξύνσεις χρόνιων ηπατιτίδων (HBV, αυτοάνοσες)

Οι ιοί της ηπατίτιδας Β, C και D μεταδίδονται παρεντερικά και προκαλούν οξεία και χρόνια λοίμωξη, ενώ οι ιοί Α και Ε μεταδίδονται με την κοπροανοστοματική οδό και δεν προκαλούν χρονιότητα. Η διάγνωση της οξείας ή χρόνιας ιογενούς ηπατίτιδας στηρίζεται στην ανεύρεση των κατάλληλων ορολογικών δεικτών σε συνδυασμό με την αναζήτηση ορισμένες φορές των πυρηνικών οξέων του ιού με ευαίσθητες τεχνικές μοριακής βιολογίας.

Η αντιμετώπιση της οξείας ηπατίτιδας είναι συμπτωματική. Στη θεραπευτική προσέγγιση της χρόνιας ηπατίτιδας Β, βασικός στόχος είναι η επίτευξη μακροχρόνιας ιολογικής ύφεσης, ενώ στη χρόνια ηπατίτιδα C στόχος της θεραπείας είναι η εκκρίζωση του ιού. H πρόληψη της λοίμωξης από τους ηπατοτρόπους ιούς στηρίζεται στην ενημέρωση των ομάδων αυξημένου κινδύνου σχετικά με τους τρόπους μετάδοσης και κυρίως στην εφαρμογή προγραμμάτων εμβολιασμού έναντι των ιών ηπατίτιδας Α και Β.

 Τα αίτια της χρονίας ηπατίτιδας είναι:

  • Xρονία ιογενής ηπατίτιδα (HBV, HCV, HDV)
  • Λήψη φαρμάκων, βοτάνων ή έκθεση σε τοξικές ουσίες
  • Kατάχρηση αιθυλικής αλκοόλης
  • Mη αλκοολική στεατοηπατίτιδα
  • Aυτοάνοσες ηπατίτιδες (I, II, χωρίς αυτοαντισώματα)
  • Πρωτοπαθής χολική κίρρωση
  • Πρωτοπαθής σκληρυντική χολαγγειίτιδα
  • Nόσος Wilson
  • Aιμοχρωμάτωση, πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής
  • Έλλειψη α1 αντιθρυψίνης
  • Yπερθυρεοειδισμός
  • Eντεροπάθεια από δυσανεξία στη γλουτένη
  • Nόσος του Addison
  • Kρυψιγενής

Τα αίτια της χρονίας ηπατίτιδας μπορεί να οδηγήσουν σε κίρρωση ήπατος.

Η κίρρωση του ήπατος αναφέρεται σε διαταραχή της αρχιτεκτονικής του ήπατος που χαρακτηρίζεται από διάχυτη ίνωση και παρουσία αναγεννητικών όζων. Η κίρρωση του ήπατος επιπλέκεται από εκδηλώσεις πυλαίας υπέρτασης και ηπατικής ανεπάρκειας. Όλοι οι κιρρωτικοί ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε ενδοσκόπηση για την διάγνωση των κιρσών οισοφάγου. Ο κιρρωτικός ασθενής με ασκίτη πρέπει να παρακεντάται επί πυρετού και σε κάθε αιφνίδια επιδείνωση της γενικής του κατάστασης. Για την θεραπεία του ασκίτη συνιστάται μείωση της πρόσληψης άλατος και χορήγηση σπιρονολακτόνης, με ή χωρίς φουροσεμίδη. Ολική εκκενωτική παρακέντηση πρέπει να επιχειρείται σε μεγάλο ή ανθεκτικό στα διουρητικά ασκίτη.

Πρέπει να συνοδεύεται πάντοτε από ενδοφλέβια έγχυση λευκωματίνης (8 gr/lt ασκίτη). Οι λοιμώξεις (πχ αυτόματη βακτηριακή περιτονίτιδα, συχνά χωρίς πυρετό), τα φάρμακα (πχ βενζοδιαζεπίνες, διουρητικά) και η αιμορραγία του πεπτικού αποτελούν τις συχνότερες αιτίες αιφνίδιας επιβάρυνσης του κιρρωτικού ασθενούς.

Περισσότερες από το 90% των περιπτώσεων ηπατοκυτταρικού καρκίνου (ΗΚΚ) αναπτύσσεται σε κιρρωτικό ήπαρ, αποτελώντας την κυριότερη αιτία θανάτου σε κιρρωτικούς ασθενείς. Η εμφάνιση ΗΚΚ κάθε χρόνο είναι: 2% σε HBV, 3-8% σε HCV και 1-3% σε αλκοολική κίρρωση. Η εξέλιξη των απεικονιστικών μεθόδων έχει βοηθήσει στη διερεύνηση των νοσημάτων του ήπατος, κυρίως των εστιακών (καλοήθων και νεοπλασματικών). Συχνά, είναι απαραίτητη η χρήση συνδυασμών απεικονιστικών εξετάσεων, ενώ η συνεκτίμηση των κλινικών και εργαστηριακών ευρημάτων είναι απαραίτητη.

Η χολόσταση αναφέρεται στο σύνολο των κλινικών, βιοχημικών και ιστολογικών εκδηλώσεων που οφείλονται σε ελάττωση ή αναστολή της χολικής ροής. Η χολή συσσωρεύεται στα ηπατοκύτταρα και στις χοληφόρους οδούς, ενώ στο αίμα κατακρατούνται τα συστατικά που φυσιολογικώς απεκκρίνονται στη χολή. Η χολόσταση μπορεί να οφείλεται σε βλάβη εντοπιζόμενη σε οποιοδήποτε σημείο της χολικής απέκκρισης, από τη μεμβράνη του ηπατοκυττάρου μέχρι το φύμα του Vater. Η χολόσταση από μηχανική άποψη διακρίνεται σε ενδοηπατική και εξωηπατική. Η ενδοηπατική χολόσταση αναφέρεται στα νοσήματα, που παραβλάπτουν την χολική παραγωγή ή απέκκριση (λόγω δυσλειτουργίας των ηπατοκυττάρων) ή την ενδοηπατική ροή της λόγω βλάβης των μικρών χοληφόρων.

H εξωηπατική χολόσταση (αποφρακτικός ίκτερος), οφείλεται σε απόφραξη των μεγάλων χοληφόρων πόρων.

H διάκριση είναι σημαντική για τη διαφορική διάγνωση και την αντιμετώπιση του αιτίου της χολόστασης.

Η εξωηπατική χολόσταση αντιμετωπίζεται με ενδοσκοπική ή χειρουργική παρέμβαση, ενώ η ενδοηπατική με φαρμακευτική αγωγή. Η κλινική και η εργαστηριακή εικόνα είναι χρήσιμες στην διαγνωστική προσέγγιση ασθενή με νοσήματα των χοληφόρων. Η Ενδοσκοπική Παλίνδρομη Χολαγγειογραφία έχει επιπλοκές (περίπου 5%) και δεν πρέπει σήμερα να χρησιμοποιείται για αμιγώς διαγνωστικούς σκοπούς.

Όμως, οι δυνατότητες λήψης υλικού για ιστολογική και κυτταρολογική εξέταση καθώς και άμεσης, σε ένα χρόνο, εφαρμογής θεραπείας την καθιστούν συχνά πρώτη επιλογή.